λιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιάζω < μεσαιωνική ελληνική λιάζω < αρχαία ελληνική ἡλιάζω < ἥλιος < πρωτοελληνική *hāwélios < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sāwélios < *sóh₂wl̥ (ήλιος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʎa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λιάζω, πρτ.: έλιαζα, στ.μέλλ.: θα λιάσω, αόρ.: έλιασα, παθ.φωνή: λιάζομαι, μτχ.π.π.: λιασμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]