λιάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λιάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἡλιάζω με αποβολή του αρχικού φωνήεντος.[1][2] Συγχρονικά αναλύεται σε ήλι(ος) + -άζω. Το αρχαίο ἡλιάζομαι είχε τη σημασία «είμαι μέλος της Ἡλιαίας» Δείτε και ἥλιος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈʎa.zo/ (με συνίζηση λια-)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λιά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]λιάζω, πρτ.: έλιαζα, αόρ.: έλιασα, παθ.φωνή: λιάζομαι, π.αόρ.: λιάστηκα, μτχ.π.π.: λιασμένος
- εκθέτω κάτι στην ακτινοβολία του ήλιου
Έλιαζε το κορμί του στην παραλία. (έκανε ηλιοθεραπεία)- → δείτε παράθεμα στο έλιαζε
Άπλωσαν τις ντομάτες έξω για να τις λιάσουν.
για τη φραση-στιχο Τρία πουλάκια κάθο(υ)νταν στον ήλιο και λιαζόνταν. → δείτε τρία πουλάκια κάθονται
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λιάζω | έλιαζα | θα λιάζω | να λιάζω | λιάζοντας | |
| β' ενικ. | λιάζεις | έλιαζες | θα λιάζεις | να λιάζεις | λιάζε | |
| γ' ενικ. | λιάζει | έλιαζε | θα λιάζει | να λιάζει | ||
| α' πληθ. | λιάζουμε | λιάζαμε | θα λιάζουμε | να λιάζουμε | ||
| β' πληθ. | λιάζετε | λιάζατε | θα λιάζετε | να λιάζετε | λιάζετε | |
| γ' πληθ. | λιάζουν(ε) | έλιαζαν λιάζαν(ε) |
θα λιάζουν(ε) | να λιάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έλιασα | θα λιάσω | να λιάσω | λιάσει | ||
| β' ενικ. | έλιασες | θα λιάσεις | να λιάσεις | λιάσε | ||
| γ' ενικ. | έλιασε | θα λιάσει | να λιάσει | |||
| α' πληθ. | λιάσαμε | θα λιάσουμε | να λιάσουμε | |||
| β' πληθ. | λιάσατε | θα λιάσετε | να λιάσετε | λιάστε | ||
| γ' πληθ. | έλιασαν λιάσαν(ε) |
θα λιάσουν(ε) | να λιάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω λιάσει | είχα λιάσει | θα έχω λιάσει | να έχω λιάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις λιάσει | είχες λιάσει | θα έχεις λιάσει | να έχεις λιάσει | έχε λιασμένο | |
| γ' ενικ. | έχει λιάσει | είχε λιάσει | θα έχει λιάσει | να έχει λιάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε λιάσει | είχαμε λιάσει | θα έχουμε λιάσει | να έχουμε λιάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε λιάσει | είχατε λιάσει | θα έχετε λιάσει | να έχετε λιάσει | έχετε λιασμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν λιάσει | είχαν λιάσει | θα έχουν λιάσει | να έχουν λιάσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) λιασμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) λιασμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) λιασμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) λιασμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λιάζομαι | λιαζόμουν(α) | θα λιάζομαι | να λιάζομαι | ||
| β' ενικ. | λιάζεσαι | λιαζόσουν(α) | θα λιάζεσαι | να λιάζεσαι | ||
| γ' ενικ. | λιάζεται | λιαζόταν(ε) | θα λιάζεται | να λιάζεται | ||
| α' πληθ. | λιαζόμαστε | λιαζόμαστε λιαζόμασταν |
θα λιαζόμαστε | να λιαζόμαστε | ||
| β' πληθ. | λιάζεστε | λιαζόσαστε λιαζόσασταν |
θα λιάζεστε | να λιάζεστε | (λιάζεστε) | |
| γ' πληθ. | λιάζονται | λιάζονταν λιαζόντουσαν |
θα λιάζονται | να λιάζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | λιάστηκα | θα λιαστώ | να λιαστώ | λιαστεί | ||
| β' ενικ. | λιάστηκες | θα λιαστείς | να λιαστείς | λιάσου | ||
| γ' ενικ. | λιάστηκε | θα λιαστεί | να λιαστεί | |||
| α' πληθ. | λιαστήκαμε | θα λιαστούμε | να λιαστούμε | |||
| β' πληθ. | λιαστήκατε | θα λιαστείτε | να λιαστείτε | λιαστείτε | ||
| γ' πληθ. | λιάστηκαν λιαστήκαν(ε) |
θα λιαστούν(ε) | να λιαστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω λιαστεί | είχα λιαστεί | θα έχω λιαστεί | να έχω λιαστεί | λιασμένος | |
| β' ενικ. | έχεις λιαστεί | είχες λιαστεί | θα έχεις λιαστεί | να έχεις λιαστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει λιαστεί | είχε λιαστεί | θα έχει λιαστεί | να έχει λιαστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε λιαστεί | είχαμε λιαστεί | θα έχουμε λιαστεί | να έχουμε λιαστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε λιαστεί | είχατε λιαστεί | θα έχετε λιαστεί | να έχετε λιαστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν λιαστεί | είχαν λιαστεί | θα έχουν λιαστεί | να έχουν λιαστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι λιασμένος - είμαστε, είστε, είναι λιασμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν λιασμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν λιασμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι λιασμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι λιασμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι λιασμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι λιασμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λιάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άζω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)