ηλιοθεραπεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηλιοθεραπεία οι ηλιοθεραπείες
      γενική της ηλιοθεραπείας των ηλιοθεραπειών
    αιτιατική την ηλιοθεραπεία τις ηλιοθεραπείες
     κλητική ηλιοθεραπεία ηλιοθεραπείες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιοθεραπεία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική héliothérapie < αρχαία ελληνική ἥλιος + θεραπεία.[1] Αναλύεται σε ηλιο- + -θεραπεία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ʎɔ.θɛ.ɾa.ˈpi.a/ και /i.li.ɔ.θɛ.ɾa.ˈpi.a/
συλλαβισμός: η‐λι‐ο‐θε‐ρα‐πεί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Μια γυναίκα κάνει ηλιοθεραπεία στην παραλία.

ηλιοθεραπεία θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]