λιγνιτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]λιγνιτικός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη λιγνίτης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λιγνιτικός
|
|
λιγνιτικός
|
|