μαστιγωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαστιγωτικός μαστιγωτική μαστιγωτικό
γενική μαστιγωτικού μαστιγωτικής μαστιγωτικού
αιτιατική μαστιγωτικό μαστιγωτική μαστιγωτικό
κλητική μαστιγωτικέ μαστιγωτική μαστιγωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαστιγωτικοί μαστιγωτικές μαστιγωτικά
γενική μαστιγωτικών μαστιγωτικών μαστιγωτικών
αιτιατική μαστιγωτικούς μαστιγωτικές μαστιγωτικά
κλητική μαστιγωτικοί μαστιγωτικές μαστιγωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστιγωτικός < μαστιγωτής + -ικός < μαστιγώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαστιγωτικός, -ή, -ό

  1. αυτός που έχει σχέση με το μαστίγωμα
  2. αυτός που μοιάζει στο αποτέλεσμα του μαστιγώνω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]