μεθοριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεθοριακός μεθοριακή μεθοριακό
γενική μεθοριακού μεθοριακής μεθοριακού
αιτιατική μεθοριακό μεθοριακή μεθοριακό
κλητική μεθοριακέ μεθοριακή μεθοριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεθοριακοί μεθοριακές μεθοριακά
γενική μεθοριακών μεθοριακών μεθοριακών
αιτιατική μεθοριακούς μεθοριακές μεθοριακά
κλητική μεθοριακοί μεθοριακές μεθοριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεθοριακός < ελληνιστική κοινή μεθοριακός < αρχαία ελληνική μεθόριος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεθοριακός, -ή, -ό

  1. αυτός που βρίσκεται στα εθνικά σύνορα μιας χώρας
  2. αυτός που έχει σχέση με κάτι που συμβαίνει στη μεθόριο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]