μελιτζανάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελιτζανάκι μελιτζανάκια
γενική
αιτιατική μελιτζανάκι μελιτζανάκια
κλητική μελιτζανάκι μελιτζανάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελιτζανάκι < μελιτζάνα + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < ιταλική melanzana < ισπανική berenjena < αραβική باذنجان (baadhinjaan) < περσική بادنگان (bâdengân)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελιτζανάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του μελιτζάνα
  2. (ειδικότερα) (γαστρονομία) είδος γλυκού του κουταλιού που φτιάχνεται με μελιτζανάκια (συνήθως άγουρα)
  3. (ειδικότερα) (γαστρονομία) είδος τουρσιού που φτιάχνεται με μελιτζανάκια (συνήθως άγουρα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]