τουρσί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τουρσί τουρσιά
γενική τουρσιού τουρσιών
αιτιατική τουρσί τουρσιά
κλητική τουρσί τουρσιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουρσί < τουρκική turşu < περσική ترشی (turşi)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τουρσί ουδέτερο

  1. Αλμυρό/ξινό σκεύασμα λαχανικών (π.χ. λάχανο, πιπεριές, μελιτζάνες)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]