μελιτζάνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μελιτζάνα | οι | μελιτζάνες |
| γενική | της | μελιτζάνας | των | (μελιτζανών) |
| αιτιατική | τη | μελιτζάνα | τις | μελιτζάνες |
| κλητική | μελιτζάνα | μελιτζάνες | ||
| Η γεν. πληθ. είναι δύσχρηστη. Μερικοί ομιλητές χρησιμοποιούν τον τύπο μελιτζάνων | ||||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μελιτζάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μελιτζάνα < ιταλική με αραβική προέλευση. Συγγγενές το βαζάνιν → δείτε τη λέξη μελιτζάνα (μεσαιωνική ελληνική παρακάτω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.liˈd͡za.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐λι‐τζά‐να
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μελιτζάνα θηλυκό
- (φυτό) κοινή ονομασία του Solanum melongena
- (λαχανικό) ο εδώδιμος καρπός του παραπάνω φυτού. Έχει συνήθως μοβ χρώμα και ωοειδές σχήμα. Τρώγεται μαγειρεμένος και χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό σε πολλά λαδερά φαγητά (μουσακάς, ιμάμ μπαϊλντί, μπριάμ, παπουτσάκια κ.λπ.)
- ※ Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 )
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Υπώνυμα
[επεξεργασία]Διαλεκτικοί τύποι
[επεξεργασία]- στα κυπριακά: βαζάνιν
- στα καππαδοκικά: πατλιτζάνι
- μαντζάνα, ματζάνα (ιδιωματικό)
- πατλιτζιάνα (ιδιωματικό)
- πατριτζιάνα (ιδιωματικό)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μελιτζάνα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μελιτζάνα
Πηγές
[επεξεργασία]- μελιτζάνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μελιτζάνα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- μελιτζάνα - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μελιτζάνα < μαντζιτζάνιν, με την επίδραση από την ιταλική melanzana (από διαλεκτικούς τύπους, με την επίδραση του mela) ή κατ' άλλη άποψη με παρετυμολογική σύνδεση προς το μέλας (μαύρος) ή μέλι. Kαι τα δύο < αραβική باذنجان (baadhinjaan) < περσική بادنگان (bâdengân) < σανσκριτική ς προέλευσης. [1][2][3]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μελιτζάνα θηλυκό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μελιτζάνα - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ μελιτζάνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λαχανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα σανσκριτικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λαχανικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Φυτά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)