μεριστωματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεριστωματικός μεριστωματική μεριστωματικό
γενική μεριστωματικού μεριστωματικής μεριστωματικού
αιτιατική μεριστωματικό μεριστωματική μεριστωματικό
κλητική μεριστωματικέ μεριστωματική μεριστωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεριστωματικοί μεριστωματικές μεριστωματικά
γενική μεριστωματικών μεριστωματικών μεριστωματικών
αιτιατική μεριστωματικούς μεριστωματικές μεριστωματικά
κλητική μεριστωματικοί μεριστωματικές μεριστωματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεριστωματικός < μερίστωμα + -ικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Meristem + -ωμα < αρχαία ελληνική μεριστός (< μερίζω < μέρος) + στέμμα (< στέφω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεριστωματικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]