μεσοπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεσοπόλεμος μεσοπόλεμοι
γενική μεσοπολέμου
& μεσοπόλεμου
μεσοπολέμων
& μεσοπόλεμων
αιτιατική μεσοπόλεμο μεσοπολέμους
& μεσοπόλεμους
κλητική μεσοπόλεμε μεσοπόλεμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσοπόλεμος < μέσος + πόλεμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσοπόλεμος αρσενικό

  • (ιστορία) το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ πρώτου και δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (1919-1939)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]