μικροαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μικροαστικός μικροαστική μικροαστικό
γενική μικροαστικού μικροαστικής μικροαστικού
αιτιατική μικροαστικό μικροαστική μικροαστικό
κλητική μικροαστικέ μικροαστική μικροαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μικροαστικοί μικροαστικές μικροαστικά
γενική μικροαστικών μικροαστικών μικροαστικών
αιτιατική μικροαστικούς μικροαστικές μικροαστικά
κλητική μικροαστικοί μικροαστικές μικροαστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικροαστικός < μικροαστός + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μικροαστικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στους μικροαστούς


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]