μινωικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μινωικός μινωική μινωικό
γενική μινωικού μινωικής μινωικού
αιτιατική μινωικό μινωική μινωικό
κλητική μινωικέ μινωική μινωικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μινωικοί μινωικές μινωικά
γενική μινωικών μινωικών μινωικών
αιτιατική μινωικούς μινωικές μινωικά
κλητική μινωικοί μινωικές μινωικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μινωικός < Μίνωας

Επίθετο[επεξεργασία]

μινωικός

  1. που αφορά την μινωική εποχή - όρος που αποδίδεται στον αρχαιολόγο της Κρήτης Evans
  2. που αφορά τους Μίνωες, τους κατοίκους της αρχαίας Κρήτης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]