μολόχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βωμολοχία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μολόχα οι μολόχες
      γενική της μολόχας των μολοχών
    αιτιατική τη μολόχα τις μολόχες
     κλητική μολόχα μολόχες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Mallow January 2008-1.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μολόχα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μολόχα < αρχαία ελληνική μολόχη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μολόχα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]