μουτσούνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουτσούνα μουτσούνες
γενική μουτσούνας
αιτιατική μουτσούνα μουτσούνες
κλητική μουτσούνα μουτσούνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουτσούνα < μεσαιωνική ελληνική μούτσουνον, μουτσούνα, μουσούνα (πρόσωπο) < ιταλική διάλεκτος ή βενετική musona (γκριμάτσα). Θηλυκό κατά το φάτσα.[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουτσούνα θηλυκό

  1. μάσκα
  2. (μεταφορικά) το πρόσωπο ατόμου που έχει κάνει κάποια γκριμάτσα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]