μπαΐρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαΐρι μπαΐρια
γενική μπαϊριού μπαϊριών
αιτιατική μπαΐρι μπαΐρια
κλητική μπαΐρι μπαΐρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαΐρι < τουρκική bayir

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαΐρι ουδέτερο

(ιδιωματικό)
  1. η πλαγιά (ενός βουνού ή λόφου)
  2. (κατ’ επέκταση) χωράφι άγονο ή ακαλλιέργητο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μπαΐρι το κεφάλι: για άνθρωπο απερίσκεπτο που δεν σκέφτεται πολλά ή δεν τον νοιάζουν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]