μπαϊράκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μπαϊράκι | τα | μπαϊράκια |
| γενική | του | μπαϊρακιού | των | μπαϊρακιών |
| αιτιατική | το | μπαϊράκι | τα | μπαϊράκια |
| κλητική | μπαϊράκι | μπαϊράκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπαϊράκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بیراق (τουρκική bayrak) + -ι [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ba.iˈɾa.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μπα‐ϊ‐ρά‐κι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπαϊράκι ουδέτερο
- το λάβαρο, η σημαία (πολεμική)
- ※ Ὁ Κωσταντὴς ξεμπούκαρε, σούρνοντας τὰ παληκάρια του, μὲ μπαϊράκι ξεδιπλωμένο. Τὸ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ μπαϊραχτάρη του, τὸ κάρφωσε στὸ δῶμα. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)
- ※ δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889, σελ. 159)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]ιδιωματικά:
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μπαϊράκι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μπαϊράκι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)