Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντακότα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ντακότα οι ντακότες
      γενική της ντακότας
    αιτιατική την ντακότα τις ντακότες
     κλητική ντακότα ντακότες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ντακότα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντακότα < (λόγιο δάνειο) αγγλική Dakota

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /daˈko.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ντακότα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ντακότα θηλυκό

  1. (αεροπορικός όρος) παλιό μεταγωγικό αεροπλάνο με δύο κινητήρες
  2. (στρατιωτική αργκό) φαντάρος που έχει κριθεί μη μάχιμος· που αποφεύγει τις δύσκολες υπηρεσίες, λουφάρει ή είναι τεμπέλης
     δείτε και τη λέξη γιωτάς

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ντακότα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)