οικιακά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικιακά < οικιακός

Επίρρημα[επεξεργασία]

οικιακά

  • οι δουλειές του σπιτιού στο σύνολό τους. Η λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει την κύρια ενασχόληση κάποιου.
επάγγελμα: οικιακά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

οικιακά