ουζάδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουζάδικο ουζάδικα
γενική ουζάδικου ουζάδικων
αιτιατική ουζάδικο ουζάδικα
κλητική ουζάδικο ουζάδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουζάδικο < ούζο + -άδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουζάδικο ουδέτερο

  1. κατάστημα στο οποίο σερβίρεται ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά με μεζέ
  2. (κατ’ επέκταση) ταβέρνα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]