οἰκτιρμός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | οἰκτιρμός | οἱ | οἰκτιρμοί |
| γενική | τοῦ | οἰκτιρμοῦ | τῶν | οἰκτιρμῶν |
| δοτική | τῷ | οἰκτιρμῷ | τοῖς | οἰκτιρμοῖς |
| αιτιατική | τὸν | οἰκτιρμόν | τοὺς | οἰκτιρμούς |
| κλητική ὦ! | οἰκτιρμέ | οἰκτιρμοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | οἰκτιρμώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | οἰκτιρμοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οἰκτιρμός < οἰκτίρω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οἰκτιρμός αρσενικό
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)