παλαιστινιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παλαιστινιακός η παλαιστινιακή το παλαιστινιακό
      γενική του παλαιστινιακού της παλαιστινιακής του παλαιστινιακού
    αιτιατική τον παλαιστινιακό την παλαιστινιακή το παλαιστινιακό
     κλητική παλαιστινιακέ παλαιστινιακή παλαιστινιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παλαιστινιακοί οι παλαιστινιακές τα παλαιστινιακά
      γενική των παλαιστινιακών των παλαιστινιακών των παλαιστινιακών
    αιτιατική τους παλαιστινιακούς τις παλαιστινιακές τα παλαιστινιακά
     κλητική παλαιστινιακοί παλαιστινιακές παλαιστινιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαιστινιακός < Παλαιστίνιος + -ακός

Επίθετο[επεξεργασία]

παλαιστινιακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την Παλαιστίνη και τους Παλαιστίνιους
    ο παλαιστινιακός λαός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]