παραδεδομένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παραδεδομένος παραδεδομένη παραδεδομένο
γενική παραδεδομένου παραδεδομένης παραδεδομένου
αιτιατική παραδεδομένο παραδεδομένη παραδεδομένο
κλητική παραδεδομένε παραδεδομένη παραδεδομένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παραδεδομένοι παραδεδομένες παραδεδομένα
γενική παραδεδομένων παραδεδομένων παραδεδομένων
αιτιατική παραδεδομένους παραδεδομένες παραδεδομένα
κλητική παραδεδομένοι παραδεδομένες παραδεδομένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραδεδομένος < παραδίδω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

παραδεδομένος, -η, -ο

  1. (λόγιο) παραδομένος