παραστασιογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραστασιογραφία < παράσταση+ θέμα του γράφω και κατάληξη ουσιαστικού σε -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραστασιογραφία

νεολ. νέος και ιδιαίτερος κλάδος της ιστορίας του θεάτρου, που ειδικότερα αφορά τις παραστάσεις της αρχαία ελληνική ς τραγωδίας, που δόθηκαν διαχρονικά.