παρατραπεζικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρατραπεζικός < παρατράπεζα + -ικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρατραπεζικός θηλυκό
- που έχει σχέση με παρατράπεζα ή αναφέρεται σ’ αυτή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παρατραπεζικός
|
|