περιστολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιστολή περιστολές
γενική περιστολής περιστολών
αιτιατική περιστολή περιστολές
κλητική περιστολή περιστολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιστολή < ελληνιστική κοινή περιστολή (ευπρέπεια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιστολή θηλυκό

  1. ο περιορισμός του μεγέθους ή της έντασης ενός πράγματος
    περιστολή δημοσίων δαπανών, περιστολή των ελευθεριών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιστολή < περιστέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιστολή θηλυκό

  1. το ντύσιμο, η περιβολή
  2. η διακόσμηση, ο στολισμός
  3. (ειδικότερα) η διακόσμηση για κηδεία, το νεκροστόλισμα