περισταλτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περισταλτικός περισταλτική περισταλτικό
γενική περισταλτικού περισταλτικής περισταλτικού
αιτιατική περισταλτικό περισταλτική περισταλτικό
κλητική περισταλτικέ περισταλτική περισταλτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περισταλτικοί περισταλτικές περισταλτικά
γενική περισταλτικών περισταλτικών περισταλτικών
αιτιατική περισταλτικούς περισταλτικές περισταλτικά
κλητική περισταλτικοί περισταλτικές περισταλτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περισταλτικός < ελληνιστική κοινή περισταλτικός < περιστέλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ɾi.stal.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περισταλτικός, -ή, -ό

  1. που περιστέλλει, που περιορίζει
  2. για τις κυματοειδείς κινήσεις του εντέρου, με τις οποίες προωθείται η τροφή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]