πολυέλαιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυέλαιος πολυέλαιοι
γενική πολυελαίου
& πολυέλαιου
πολυελαίων
& πολυέλαιων
αιτιατική πολυέλαιο πολυελαίους
& πολυέλαιους
κλητική πολυέλαιε πολυέλαιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυέλαιος < πολύς + ἔλαιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.li.ˈɛ.lɛ.ɔs/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

ένας πολυέλαιος με κεριά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυέλαιος αρσενικό

  1. πολυτελές φωτιστικό με πολλά κεριά ή ηλεκτρικές λάμπες που κρέμεται από το ταβάνι μεγάλης αίθουσας δημόσιου κτηρίου ή σαλονιού

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σιγά τον πολυέλαιο: ειρωνική φράση που λέγεται όταν ακούμε μεγάλα λόγια και υπερβολές

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]