Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά (el)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά (el)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Μετοχή
1.2.1
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
πολυδουλεμένος
Προσθήκη γλωσσών
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά (el)
[
επεξεργασία
]
προσχέδιο λήμματος
: μπορείτε να βοηθήσετε
επεκτείνοντάς το λήμμα
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
πολυδουλεμέν
ος
η
πολυδουλεμέν
η
το
πολυδουλεμέν
ο
γενική
του
πολυδουλεμέν
ου
της
πολυδουλεμέν
ης
του
πολυδουλεμέν
ου
αιτιατική
τον
πολυδουλεμέν
ο
την
πολυδουλεμέν
η
το
πολυδουλεμέν
ο
κλητική
πολυδουλεμέν
ε
πολυδουλεμέν
η
πολυδουλεμέν
ο
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
πολυδουλεμέν
οι
οι
πολυδουλεμέν
ες
τα
πολυδουλεμέν
α
γενική
των
πολυδουλεμέν
ων
των
πολυδουλεμέν
ων
των
πολυδουλεμέν
ων
αιτιατική
τους
πολυδουλεμέν
ους
τις
πολυδουλεμέν
ες
τα
πολυδουλεμέν
α
κλητική
πολυδουλεμέν
οι
πολυδουλεμέν
ες
πολυδουλεμέν
α
Κατηγορία
όπως «
αγαπημένος
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
πολυδουλεμένος
< από το
πολύ
και τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος
δουλεύω
.
Μετοχή
[
επεξεργασία
]
πολυδουλεμένος
, -η, -ο
→
λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
πολυδουλεμένος
Κατηγορίες
:
Επέκταση
Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Μετοχές (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Ελλείποντες ορισμοί
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
πολυδουλεμένος
Προσθήκη γλωσσών
Προσθήκη θέματος