πολύγραμμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πολύγραμμος, -η, -ο
- που αποτελείται από πολλές γραμμές
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολύγραμμος
|
|
πολύγραμμος, -η, -ο
|
|