πονόδοντος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονόδοντος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πονόδοντος αρσενικό

  1. πόνος σε ένα δόντι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]