πρέκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρέκι τα πρέκια
      γενική του πρεκιού των πρεκιών
    αιτιατική το πρέκι τα πρέκια
     κλητική πρέκι πρέκια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρέκι < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρέκι ουδέτερο

  1. οριζόντιο δοκάρι που τοποθετείται σε άνοιγμα για να στηρίξει οτιδήποτε βρίσκεται πιο πάνω, όπως:
    • τον τοίχο, πάνω από πόρτα ή παράθυρο
    • την οροφή, πάνω από δωμάτιο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]