πρανές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρανές τα πρανή
      γενική του πρανούς των πρανών
    αιτιατική το πρανές τα πρανή
     κλητική πρανές πρανή
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρανές < ουδέτερο του πρανής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρανές ουδέτερο

  1. πλαγιά
    Συνώνυμα: κατωφέρεια
  2. υπώρεια
    Συνώνυμα: πρόποδες

πρανή=