υπώρεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπώρεια υπώρειες
γενική υπώρειας υπωρειών
αιτιατική υπώρεια υπώρειες
κλητική υπώρεια υπώρειες

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπώρεια < αρχαία ελληνική ὑπώρεια < ὑπό + ὄρος (Το ω εξηγείται από το φαινόμενο της συνθετικής έκτασης). Δηλαδή το βραχύ -ο εκτείνεται (μεταβάλλεται) σε μακρό -ω.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈpɔ.ɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπώρεια θηλυκό

  • οι πρόποδες λόφου ή βουνού
    μέρη από τον αρχαίο περίβολο της πόλης σώζονται στην υπώρεια του λόφου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]