πρωτοσύστατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοσύστατος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

πρωτοσύστατος

  1. αυτός που μόλις συστάθηκε, ο νεοσύστατος
  2. αρχικός ή πρωτότυπος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]