σεισμοπαθής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σεισμοπαθής σεισμοπαθής σεισμοπαθές
γενική σεισμοπαθούς σεισμοπαθούς σεισμοπαθούς
αιτιατική σεισμοπαθή σεισμοπαθή σεισμοπαθές
κλητική σεισμοπαθή(ς) σεισμοπαθής σεισμοπαθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σεισμοπαθείς σεισμοπαθείς σεισμοπαθή
γενική σεισμοπαθών σεισμοπαθών σεισμοπαθών
αιτιατική σεισμοπαθείς σεισμοπαθείς σεισμοπαθή
κλητική σεισμοπαθείς σεισμοπαθείς σεισμοπαθή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεισμοπαθής < σεισμός + -παθής (< πάσχω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σεισμοπαθής, -ής, -ές

  1. (για περιοχή) που πλήττεται συχνά από σεισμούς


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]