σκήτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκήτη < μεσαιωνική ελληνική σκήτη < ελληνιστική κοινή Σκῆτις/Σκίτις (αιγυπτιακό τοπωνύμιο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκήτη θηλυκό

  1. το μέρος όπου αποσύρεται ένας μοναχός που θέλει να απομονωθεί τελείως
    συνώνυμα: ησυχαστήριο, ερημητήριο
  2. μικρή μοναστική κοινότητα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]