σκηνοθεσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκηνοθεσία σκηνοθεσίες
γενική σκηνοθεσίας σκηνοθεσιών
αιτιατική σκηνοθεσία σκηνοθεσίες
κλητική σκηνοθεσία σκηνοθεσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκηνοθεσία < από το σκηνοθέτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκηνοθεσία θηλυκό

  1. (θέατρο:) η σκηνική διδασκαλία ενός θεατρικού έργου και η καλλιτεχνική ευθύνη του ανεβάσματος μιας παράστασης
  2. Η τέχνη της σκηνικής διδασκαλίας και αφήγησης
    Η σκηνοθεσία του έργου ήταν λιτή αλλά με άποψη.
  3. (κινηματογράφος:) η καλλιτεχνική ευθύνη γυρίσματος κινηματογραφικής ταινίας
  4. η τέχνη της κινηματογραφικής αφήγησης
    Η ταινία απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας.
  5. (τηλεόραση:) η τηλεσκηνοθεσία, η διεύθυνση γυρίσματος τηλεοπτικού προγράμματος ή τηλεοπτικής ταινίας
  6. η τέχνη της τηλεοπτικής κάλυψης ή δημιουργίας
  7. (μεταφορικά:) λεπτομερώς μελετημένη και εκτελεσμένη πλεκτάνη ή παραπλάνηση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]