σπάραγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπάραγμα σπαράγματα
γενική σπαράγματος σπαραγμάτων
αιτιατική σπάραγμα σπαράγματα
κλητική σπάραγμα σπαράγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπάραγμα < αρχαία ελληνική σπάραγμα < σπαράσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπάραγμα ουδέτερο

  1. αποσπασμένο κομμάτι
    μόνο σπαράγματα σώζονται από το έργο των προσωκρατικών φιλοσόφων
    στο ναό διατηρούνται μόνο κάποια σπαράγματα τοιχογραφιών
  2. (μεταφορικά) εκδήλωση σπαραγμού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]