σταλαγμίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταλαγμίτης σταλαγμίτες
γενική σταλαγμίτη σταλαγμιτών
αιτιατική σταλαγμίτη σταλαγμίτες
κλητική σταλαγμίτη σταλαγμίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταλαγμίτης < (η λέξη μαρτυρείται από το 1831) νεολατινική stalagmites < αρχαία ελληνικά στάλαγμα ‎(“σταγόνα”) ή σταλαγμός ‎(“στάξιμο”).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταλαγμίτης αρσενικό

  • (γεωλογία) σχηματισμός σε σπηλιές, συνήθως σε μορφή κώνου, που δημιουργήθηκε εξ αιτίας της εναπόθεσης υλικών από νερό που στάζει

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]