στεφανοθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Στεφανοθήκη
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στεφανοθήκη στεφανοθήκες
γενική στεφανοθήκης στεφανοθηκών
αιτιατική στεφανοθήκη στεφανοθήκες
κλητική στεφανοθήκη στεφανοθήκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεφανοθήκη < στέφαν(α) + -ο- + -θήκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στεφανοθήκη θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]