πρόσοψη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πρόσοψη | οι | προσόψεις |
| γενική | της | πρόσοψης* | των | προσόψεων |
| αιτιατική | την | πρόσοψη | τις | προσόψεις |
| κλητική | πρόσοψη | προσόψεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, προσόψεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρόσοψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσοψις[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpɾo.so.psi/
- τονικό παρώνυμο: προσόψι
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρό‐σο‐ψη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρόσοψη θηλυκό
- η όψη ενός κτιρίου από μπροστά
- ※ Κοιτάζει τους τοίχους, τις προσόψεις των κτιρίων. Είναι «βαμμένοι». Καλυμμένοι με γκράφιτι, καλικαντζούρες και ορνιθοσκαλίσματα . Το μάτι κολλάει πάνω τους αφηρημένο, καταγράφει, χωρίς απαραιτήτως να βγάζει κάποιο νόημα. Πού και πού διαβάζει συνθήματα. Δηλώσεις και παραγγέλματα. (Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Ακουαρέλα, εκδ. Ίκαρου, 2022)
- ≈ συνώνυμα: φάτσα
- (γενικότερα) η εξωτερική όψη
- (οικείο, ειρωνικό) το πρόσωπο ενός ανθρώπου
τον άρχισαν στα μπουνίδια και μέσα σε λίγη ώρα του έκαναν την πρόσοψη «καινούρια»!
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πρόσοψη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)