στοματογναθοπροσωπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική στοματογναθοπροσωπικός στοματογναθοπροσωπική στοματογναθοπροσωπικό
γενική στοματογναθοπροσωπικού στοματογναθοπροσωπικής στοματογναθοπροσωπικού
αιτιατική στοματογναθοπροσωπικό στοματογναθοπροσωπική στοματογναθοπροσωπικό
κλητική στοματογναθοπροσωπικέ στοματογναθοπροσωπική στοματογναθοπροσωπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στοματογναθοπροσωπικοί στοματογναθοπροσωπικές στοματογναθοπροσωπικά
γενική στοματογναθοπροσωπικών στοματογναθοπροσωπικών στοματογναθοπροσωπικών
αιτιατική στοματογναθοπροσωπικούς στοματογναθοπροσωπικές στοματογναθοπροσωπικά
κλητική στοματογναθοπροσωπικοί στοματογναθοπροσωπικές στοματογναθοπροσωπικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

στοματογναθοπροσωπικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

στοματογναθοπροσωπικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]