Μετάβαση στο περιεχόμενο

συντομομορφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συντομομορφή οι συντομομορφές
      γενική της συντομομορφής των συντομομορφών
    αιτιατική τη συντομομορφή τις συντομομορφές
     κλητική συντομομορφή συντομομορφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συντομομορφή < σύντομος + μορφή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συντομομορφή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]