συσκοτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συσκοτίζω < μεσαιωνική ελληνική συσκοτίζω < αρχαία ελληνική συσκοτάζω < σκότος (3. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική obscurcir)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συσκοτίζω (παθητική φωνή: συσκοτίζομαι)

  1. κάνω πιο σκοτεινό ένα χώρο μειώνοντας το (φυσικό ή τεχνητό) φως
  2. προκαλώ μπλακάουτ
  3. προκαλώ σύγχυση, ώστε να μπερδέψω ή να παραπλανήσω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]