σύναξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύναξη συνάξεις
γενική σύναξης
& συνάξεως
συνάξεων
αιτιατική σύναξη συνάξεις
κλητική σύναξη συνάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σύναξη < ελληνιστική κοινή σύναξις < συνάγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σύναξη θηλυκό

  1. συγκέντρωση ανθρώπων
  2. (θρησκεία) χριστιανική εορτή που αναφέρεται στη συγκέντρωση πιστών προς τιμήν ιερού προσώπου
    η Σύναξη της Θεοτόκου, η Σύναξη του Προδρόμου

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]