τάρταρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική τάρταρα
γενική ταρτάρων
αιτιατική τάρταρα
κλητική τάρταρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάρταρα < αρχαία ελληνική Τάρταρα, πληθυντικός του ετερόκλιτου αρσενικού Τάρταρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάρταρα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (μυθολογία) ο κάτω κόσμος, ο τόπος του Άδη (κατά την ελληνική μυθολογία)
  2. (θρησκεία) ο τόπος τιμωρίας των ψυχών στον Κάτω Κόσμο (κατά υιοθεσία του όρου και ερμηνεία από τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες)
  3. (μεταφορικά) η κατάσταση στην οποία κάποιος βασανίζεται ψυχικά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]