ταοϊσμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ταοϊσμός | οι | ταοϊσμοί |
| γενική | του | ταοϊσμού | των | ταοϊσμών |
| αιτιατική | τον | ταοϊσμό | τους | ταοϊσμούς |
| κλητική | ταοϊσμέ | ταοϊσμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταοϊσμός αρσενικό
- (φιλοσοφία, θρησκεία) κινεζικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα που αναπτύχθηκε από τη διδασκαλία τού Λάο Τσε και εστιάζει στη ζωή σε αρμονία με το ταό, προωθεί την απλότητα, τη μη–βίαιη δράση και τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, θεωρώντας ότι η εσωτερική ισορροπία και η κατανόηση της μεταβολής οδηγούν σε ορθή στάση απέναντι στον κόσμο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ταό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα κινεζικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)