Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταοϊσμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταοϊσμός οι ταοϊσμοί
      γενική του ταοϊσμού των ταοϊσμών
    αιτιατική τον ταοϊσμό τους ταοϊσμούς
     κλητική ταοϊσμέ ταοϊσμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταοϊσμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική taoïsme < tao < κινεζική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταοϊσμός αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη ταό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]