τριμελής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τριμελής | η | τριμελής | το | τριμελές |
| γενική | του | τριμελούς* | της | τριμελούς | του | τριμελούς |
| αιτιατική | τον | τριμελή | την | τριμελή | το | τριμελές |
| κλητική | τριμελή(ς) | τριμελής | τριμελές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τριμελείς | οι | τριμελείς | τα | τριμελή |
| γενική | των | τριμελών | των | τριμελών | των | τριμελών |
| αιτιατική | τους | τριμελείς | τις | τριμελείς | τα | τριμελή |
| κλητική | τριμελείς | τριμελείς | τριμελή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]τριμελής, -ής, -ές
- που αποτελείται από τρία μέλη
- ※ Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου είχε οδηγηθεί η υπόθεση, είχε κρίνει ότι η υπεύθυνη του γηροκομείου διέπραξε το πλημμέλημα της κατ΄ εξακολούθησης λαθρεμπορίας, καθώς παράνομα χρησιμοποίησε και για ίδιον όφελος «πετρέλαιο θέρμανσης για άλλη εκτός από θέρμανση χρήση, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, τέλη και φόρους, οι δε δασμοί και φόροι που στερήθηκε το δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό τις 30.000 ευρώ» (ανέρχεται στο ποσό των 66.798 ευρώ). (Ο Άρειος Πάγος αποφασίζει για τη χρήση του πετρελαίου θέρμανσης, Εφημερίδα των Συντακτών, 18/08/2015 )
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]μονομελής · διμελής · τριμελής · τετραμελής · πενταμελής · εξαμελής · επταμελής · εφταμελής · οκταμελής · οχταμελής · εννεαμελής · εννιαμελής · δεκαμελής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τριμελής
|
|