τρομώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρομώδης < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

τρομώδης

  1. νόσος με επίπτωση ή σύμπτωμα την τρεμούλα
    τρομώδης νόσος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]