τροποποιητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τροποποιητής οι τροποποιητές
      γενική του τροποποιητή των τροποποιητών
    αιτιατική τον τροποποιητή τους τροποποιητές
     κλητική τροποποιητή τροποποιητές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροποποιητής < (τροποποιώ) τροποποιη- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική modifier[1])

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροποποιητής αρσενικό

  1. κάποιος ή κάτι που τροποποιεί
  2. (προγραμματισμός) η δεσμευμένη λέξη (reserved word) που εξειδικεύει τη σημασιολογία μίας εντολής ή τμήματος κώδικα
    δείτε καιτροποποιητής πρόσβασης και τροποποιητής τύπου (δεδομένων)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.